Η Ακαδημία Αθηνών εξέλεξε ξένο εταίρο της τον ομότιμο Καθηγητή του Πανεπιστημίου του Gottingen κ. Klaus Fittschen

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 

Η Ολομέλεια της Ακαδημίας Αθηνών εξέλεξε σήμερα ξένο εταίρο της τον κ. Klaus Fittschen, ομότιμο καθηγητή Κλασσικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Göttingen.

    Ο κ. Klaus Fittschen, ομότιμος σήμερα καθηγητής του Πανεπιστημίου του Göttingen, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους αρχαιολόγους εκείνους που σφράγισαν με το επιστημονικό έργο και την στιβαρή παρουσία τους καθοριστικά τα τελευταία πενήντα χρόνια την έρευνα της Κλασικής Aρχαιολογίας.

    Ο κ. Klaus Fittschen γεννήθηκε στο Salzhausen της Κάτω Σαξωνίας το 1936.  Ανήκει στη γενιά εκείνη των κλασικών αρχαιολόγων που έλαβαν ολοκληρωμένη και στέρεη γνώση του επιστημονικού πεδίου που καλλιέργησαν.  Στο Tübingen, όπου έκανε κατά κύριο λόγο τις σπουδές του,  παράλληλα με την Κλασική Aρχαιολογία, η οποία υπήρξε ο κύριος κλάδος που ακολούθησε, σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Αρχαία Ιστορία. Συμπλήρωσε, κατά το πρότυπο της εποχής εκείνης, τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια της Ρώμης και της Αθήνας.  Το 1964 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή  με τίτλο Untersuchungen zum Beginn der Sagendarstellungen bei den Griechen, η οποία δημοσιεύτηκε σε επεξεργασμένη μορφή το 1969. Η μονογραφία αυτή αποτέλεσε και αποτελεί ακόμη και σήμερα ένα σημαντικό εργαλείο για τους μελετητές της πρώιμης μυθολογικής εικονογραφίας.

      Μετά το καθιερωμένο στα γερμανικά πανεπιστήμια Reisestipendium, την υποτροφία δηλαδή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου για την επιμόρφωση των καλύτερων φοιτητών Aρχαιολογίας, υπηρέτησε ως βοηθός του καθηγητή Bernard Andreae στο νεοσυσταθέν Αρχαιολογικό Τμήμα  του Πανεπιστημίου του Bochum. Κατά την περίοδο αυτή συνέγραψε την υφηγεσία του και έλαβε τον  τίτλο του υφηγητή το 1970.  Το θέμα του αφορούσε τη ρωμαϊκή αρχαιολογία: Untersuchungen zur Chronologie und Stilgeschichte der stadtrömischen Plastik des 3. Jhs. n. Chr. Η εργασία  αυτή σηματοδοτεί την ουσιαστική στροφή του  προς τη μελέτη της αρχαιολογίας των ρωμαϊκών χρόνων χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκατέλειψε τα ενδιαφέροντά του για τις παλιότερες περιόδους της αρχαιότητας και ιδιαίτερα την ελληνιστική εποχή.

    Στο Πανεπιστήμιο του Bochum ο κ. Klaus Fittschen παρέμεινε διδάσκοντας ως έκτακτος καθηγητής έως το 1976, οπότε και εξελέγη τακτικός καθηγητής στο Göttingen. Διατήρησε τη θέση αυτή έως το 1989, χρονιά που εξελέγη  Διευθυντής του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών.  Από αυτή τη θέση  συνταξιοδοτήθηκε το 2001, ενώ στη συνέχεια δίδαξε και πάλι στο Göttingen επί σειρά ετών ως Honorarprofessor. Στη διάρκεια της καριέρας του είχε έναν σημαντικό αριθμό φοιτητών των οποίων παρακολούθησε τις διδακτορικές διατριβές και παράλληλα ήταν σταθερά προσηλωμένος στην έρευνα. Συμμετείχε σε μεγάλο αριθμό επιστημονικών διεθνών συνεδρίων και έκανε ομιλίες και διαλέξεις σε πολλά πανεπιστήμια και επιστημονικά ιδρύματα ανά τη υφήλιο. Είναι τακτικό μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, της Ακαδημίας Επιστημών του Göttingen, του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών.

     Το συγγραφικό έργο του είναι εντυπωσιακό σε όγκο και αποτελείται από 12 μονογραφίες (συμπεριλαμβανομένων και των ειδικών καταλόγων μουσείων), 120 περίπου άρθρα και μελέτες, 35 περίπου κριτικές επιστημονικών εργασιών και πολυάριθμες συμμετοχές σε επιστημονικούς καταλόγους εκθέσεων.

    Δύο από τις μονογραφίες του αναφέρονται σε θέματα αρχαιολογίας των κλασικών χρόνων, ενώ  οι υπόλοιπες επικεντρώνονται κυρίως σε θέματα της ρωμαϊκής περιόδου. Οι αναφορές των μελετητών σε αυτές είναι αναρίθμητες, αφού σχεδόν δεν  υπάρχει θέμα που να μην καλύπτεται με πλούσια τεκμηρίωση από αυτές. Ορισμένες μάλιστα, όπως αυτή για τα πορτρέτα της Φαυστίνας της νεότερης (1982) ή τα πριγκηπικά πορτρέτα της εποχής των Αντωνίνων (1999), εκτός του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος άπτονται αμέσως και ειδικών  ιστορικών ζητημάτων της εποχής. Η ιστορική διάσταση των μελετών του είναι άλλωστε ένα χαρακτηριστικό ολόκληρου του έργου του.

    Τα άρθρα του καλύπτουν θέματα ρωμαϊκής τέχνης και θέματα τοπογραφίας, ενώ επιπλέον δείχνουν ενδιαφέρον για ζητήματα ιστορίας της αρχαιολογίας, όπως  και για σημαντικές φυσιογνωμίες παλιότερων αρχαιολόγων  (Ch. G. Heyne, L. Ross, K. O. Müller, G. Lolling, U. Jantzen, Fr. Willemsen, K. Kilian). Κατά το μεγαλύτερο μέρος τους αναφέρονται στη γλυπτική και την εικονογραφία όλων των περιόδων, αλλά ιδιαίτερα της ρωμαϊκής. Η μελέτη των μαρμάρινων ανάγλυφων σαρκοφάγων, της ζωγραφικής, των  λεγόμενων ιστορικών αναγλύφων και κυρίως των πορτρέτων, απορρόφησε το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του. Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα ενδιαφέρθηκε παράλληλα για ζητήματα προστασίας των αρχαιοτήτων και του περιβάλλοντος και ανέλαβε  έρευνες στον Ορχομενό της Βοιωτίας.

     Οι επιστημονικοί κατάλογοι αρχαιολογικών συλλογών, κυρίως γλυπτών, που δημοσίευσε ο κ. Klaus Fittschen, μόνος ή με άλλους μελετητές, καθιέρωσαν μια συγκεκριμένη προσέγγιση των έργων με πλήρη τεκμηρίωση και ανάλυση των τεχνικών, στιλιστικών και εικονογραφικών στοιχείων. Ορισμένοι από αυτούς, και ιδιαίτερα οι κατάλογοι των συλλογών των ρωμαϊκών πορτρέτων του Μουσείου Καπιτωλίου της Ρώμης (1983– 2014), από κοινού με τον Ρ. Zanker, αποτελούν σήμερα ακρογωνιαίο λίθο στην έρευνα του ρωμαϊκού πορτρέτου. Τα έργα που παρουσιάζονται καλύπτουν ολόκληρη τη ρεπουμπλικανική και αυτοκρατορική περίοδο και τα σχετικά λήμματα όχι μόνον συνοψίζουν τη μέχρι σήμερα  έρευνα αλλά προχωρούν και στην εις βάθος μελέτη τους από όλες τις απόψεις. Το πολύτομο αυτό έργο (τέσσερις δίτομοι κατάλογοι) είναι το κατεξοχήν έργο αναφοράς για οποιονδήποτε ασχολείται σήμερα με το ρωμαϊκό πορτρέτο.

    Συμπερασματικά το συγγραφικό έργο του κ. Klaus Fittschen διακρίνεται από το μέγεθος, την πολυμέρεια και το βάθος του, αλλά και από τις πρωτότυπες και οξυδερκείς μεθοδολογικές προσεγγίσεις του, βεβαίως και από τα σημαντικά συμπεράσματά του. Μέσα από τις μονογραφίες και τις μελέτες του αναδεικνύεται ως ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της ρωμαϊκής γλυπτικής και τέχνης γενικότερα,  και  ειδικότερα του ρωμαϊκού πορτρέτου.  Πρόκειται για  έναν μελετητή που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό και κατεύθυνε την επιστημονική έρευνα στους τομείς αυτούς επί πέντε περίπου δεκαετίες. Σήμερα, στα 80 του χρόνια, συνεχίζει με τους ίδιους ρυθμούς την ερευνητική του δραστηριότητα, ετοιμάζει μάλιστα μια ακόμη ενδιαφέρουσα ως προς το θέμα της μονογραφία.  Μελετά τα ρωμαϊκά πορτρέτα σημαντικών προσώπων που είχαν στηθεί στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία σε περισσότερα του ενός αντίτυπα. Παράλληλα δεν παύει να συμβουλεύει και να βοηθά με κάθε τρόπο όλους τους μελετητές, νέους και ωριμότερους, όσοι απευθύνονται σε αυτόν. Η παρουσία του για 12 περίπου χρόνια στην Αθήνα συνέπεσε κατά ευτυχή συγκυρία με μία περίοδο κατά την οποία οι Έλληνες αρχαιολόγοι, ξεπερνώντας τις παλιές ιδεοληψίες για τη ρωμαιοκρατία στην Ελλάδα, στρέφονταν όλο και περισσότερο στη μελέτη αυτής της εποχής. 

Ημερομηνία: 
Thursday, February 8, 2018
Είδος Ανακοίνωσης: 
Δελτία Τύπου